STARGATE OF KNOWLEDGE

*ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ*

*ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ*

ΠΥΛΗ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ ΤΗΝ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙΣ ΤΟΥΣ

*ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΜΕΝΕΙ ΚΡΥΦΟ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ*

*ΑΝΕΞΗΓΗΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ*

ΟΛΕΣ ΟΙ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΑΞΙΖΟΥΝ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΕΡΕΥΝΑ

*ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ*

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Προφητεία-σοκ: Οι ΗΠΑ θα καταρρεύσουν οικονομικά μετά τον θάνατο του Κάστρο


profitia-sok-ipa-katarrefsoun-ikonomika-meta-thanato-kastroΜια «προφητεία» που έρχεται από το 1981 μιλάει για την πτώση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής μετά τον θάνατο του Κουβανού πρώην δικτάτορα Φιντέλ Κάστρο.
Σαν τα μανιτάρια ξεφυτρώνουν κάθε λογής προφητείες που μιλάνε για επερχόμενους πολέμους, καταστροφές, μετά από κάποιο μεγάλου μεγέθους γεγονότος. Και η είδηση του θανάτου του Φιντέλ Κάστρο δεν θα μπορούσε να λείπει από μια τέτοια «προφητεία».
Σύμφωνα λοιπόν με την Lisa Haven η οποία «τρέχει» την ιστοσελίδα συνομωσιολογίας και «Εσχάτων χρόνων», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, την Lisa Haven News, πίσω στο 1981 ο John W Johnston είχε ένα «όραμα» από τον Θεό, όπως ισχυρίστηκε, λέγοντας του ότι αυτό που θα ακολουθήσει το θάνατο του Φιντέλ Κάστρο, θα είναι η πλήρη κατάρρευση της αμερικανικής οικονομίας.
Αυτή δεν ήταν η πρώτη προφητεία του. Είχε πει επίσης και για την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου και ότι μετά η Σοβιετική Ένωση θα δεχόταν ένα σοβαρό πλήγμα.
Δείτε παρακάτω το βίντεο που ανέβασε η Haven εξηγώντας την «προφητεία»:

Πηγή: pronews


Δώστε την υποστήριξη σας στην έρευνα κάνοντας LIKE.

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Βάφεις τους τοίχους και έχεις ρεύμα -Πώς γίνεται

Βάφεις τους τοίχους και έχεις ρεύμα -Πώς γίνεται
Σε μια εποχή που τα πράγματα το ένα μετά το άλλο γίνονται πιο «έξυπνα», το ταπεινό βάψιμο δεν μπορούσε να μείνει πίσω. Νοτιοκορεάτες ερευνητές δημιούργησαν μια θερμοηλεκτρική βαφή, που επιτρέπει στους τοίχους (και όχι μόνο) να μετατρέπουν τη θερμότητα σε ηλεκτρισμό.
Είχε προηγηθεί από τους ίδιους ερευνητές μια φωτοβολταϊκή βαφή, με την οποία βάφονται τα ηλιακά πάνελ και διευκολύνεται η παραγωγή ηλεκτρισμού από την ηλιακή ενέργεια.
Αυτή τη φορά, οι επιστήμονες του Ινστιτούτου Επιστήμης και Τεχνολογίας της Κορέας (KIST) και του Ινστιτούτου Ερευνών Ηλεκτροτεχνολογίας της Κορέας, με επικεφαλής τον Τζέ Σουνγκ Σον, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Nature Communications", δημιούργησαν μια θερμοηλεκτρική μπογιά που μετατρέπει σε ηλεκτρική ενέργεια τη θερμότητα των βαμμένων επιφανειών.
Η βαφή μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μεγάλες επιφάνειες όπως κτίρια, αυτοκίνητα και πλοία, αλλά και σε μικρότερες, ανεξαρτήτως σχήματος του αντικειμένου. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τους ερευνητές, η θερμοκρασία της στέγης και των τοίχων ενός κτιρίου μπορεί να ξεπεράσει τους 50 βαθμούς Κελσίου το καλοκαίρι. Η νέα βαφή μπορεί να μετατρέψει αυτή την έξτρα θερμότητα σε ηλεκτρικό ρεύμα.
Η βαφή περιέχει θερμοηλεκτρικά σωματίδια του τελλουριδίου του βισμουθίου, που χρησιμοποιούνται σε συμβατικές θερμοηλεκτρικές συσκευές. Η βαφή σχηματίζει πάνω στις επιφάνειες ένα ομογενές στρώμα πάχους περίπου 50 μικρομέτρων (εκατομμυριοστών του μέτρου), που παράγει 4 έως 26 χιλιοστά του βατ (mW) ανά τετραγωνικό εκατοστό.
Οι ερευνητές οραματίζονται πληθώρα εφαρμογών της νέας τεχνολογίας σε φορετές συσκευές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, σε ηλεκτρονικές συσκευές παραγόμενες από τρισδιάστατο εκτυπωτή κ.α.
ΠΗΓΗ

Δώστε την υποστήριξη σας στην έρευνα κάνοντας LIKE.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Τι γνώριζαν οι Σουμέριοι και οι Βαβυλώνιοι για τον Κατακλυσμό του Νώε;

gnorizan-soumerii-vavilonii-kataklismo-noeΔιαβάστε πώς η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε πήλινες πινακίδες του 1635 π.Χ. η οποία καταγράφει μία ιστορία για την πλημμύρα, ενώ σε άλλες πήλινες πινακίδες του 7ου προ Χριστού βρίσκουμε πολλές ιστορίες παράλληλες με τη βιβλική διήγηση της δημιουργίας του κόσμου!
Οι Σουμέριοι, όπως όλοι γνωρίζουν, ονομάστηκαν έτσι οι κάτοικοι του Σουμέρ (Σουμερίας) που έκαναν την εμφάνισή τους λίγο πριν την 4η χιλιετηρίδα π.Χ.. Η ιστορία τους παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, αν και περιέχονται σ’ αυτή πολλά μυθικά στοιχεία, όπως άλλωστε συμβαίνει με τις ιστορίες των αρχαίων λαών.
Μετά από ανασκαφές που έγιναν, οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι Σουμέριοι είχαν σημειώσει μεγάλη πρόοδο σε τεχνικές ανακαλύψεις. Για παράδειγμα αναφέρουμε τον κεραμικό τροχό, το άροτρο κ.ά.. Επινόησαν ακόμη ένα σύστημα ύδρευσης για την περιοχή τους, που ήταν άνυδρη. Έκτισαν πολλές πόλεις (Ουρούκ, Λαγκάς, Ουρ).
Πολλοί επιστήμονες εκπλήσσονται με το αξιοσημείωτο γεγονός, ότι βρίσκουμε ιστορίες παράλληλες με τη βιβλική διήγηση της δημιουργίας όχι μόνο στην Εγγύς Ανατολή, αλλά και σε μύθους όλου του κόσμου! Η πήλινη πινακίδα, που βλέπουμε στη φωτογραφία, χρονολογείται από τον έβδομο -έκτο αιώνα π.Χ. και καταγράφει μια ιστορία δημιουργίας από ένα θεό και μία θεά στη γλώσσα των Σουμερίων και των Βαβυλωνίων!
soumerians
Οι Σουμέριοι χρησιμοποίησαν τη σφηνοειδή γραφή και υπάρχουν πήλινες πινακίδες που έδωσαν στοιχεία για τον πολιτισμό τους.
Σχετικά με την ιστορία τους, μπορούμε να πούμε ότι είχαν έρθει σε ρήξη πολλές φορές με τους Ακάδιους. Ωστόσο, ηγετικό ρόλο στους αγώνες τους είχε ο Εανατούμ, που ήταν ηγέτης της πόλης Λαγκάς. Τελικά οι περιοχές του Ακάδ και του Σουμέρ ενώθηκαν με τη σημιτική δυναστεία των Αμοριτών της Βαβυλώνας το 2.225 π.Χ..
Αναμφίβολα οι Βαβυλώνιοι γνώριζαν μια ιστορία για την πλημμύρα και την αντέγραψαν σε πήλινες πινακίδες . Αυτή εδώ είναι γραμμένη με παιδικό γραφικό χαρακτήρα γύρω στα 1635 π.Χ.
Αναμφίβολα οι Βαβυλώνιοι γνώριζαν μια ιστορία για την πλημμύρα και την αντέγραψαν σε πήλινες πινακίδες . Αυτή εδώ είναι γραμμένη με παιδικό γραφικό χαρακτήρα γύρω στα 1635 π.Χ.
Οι Βαβυλώνιοι, για να έρθουμε και σ’ αυτό το λαό, τα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. εμφανίστηκε στη Μεσοποταμία και μάλιστα στην περιοχή Σεναάρ ένας λαός σημιτικής καταγωγής, οι Βαβυλώνιοι. Στη Μεσοποταμία κατοικούσαν εκείνη την εποχή οι Σουμέριοι και οι Ακκάδιοι που βρίσκονταν σε μια ιδιαίτερα υψηλή βαθμίδα πολιτισμού. Στα 2.060 π.Χ. ένας από τους φύλαρχους των Βαβυλωνίων, που τότε ακόμα ονομάζονταν Αμορίτες, κατόρθωσε να ιδρύσει ένα μικρό κρατίδιο και να θέσει τα θεμέλια μιας νέας πόλης της Μπαμπ – Ιλού (Βαβυλώνα), ιδρύοντας την πρώτη βαβυλωνιακή δυναστεία.
Η νέα πόλη, που στολίστηκε με ναούς, ανάκτορα και άλλα κτίρια και περιτειχίστηκε μ’ ένα χαμηλό τείχος, γρήγορα έγινε ένα σημαντικό κέντρο που συγκέντρωσε κατοίκους από όλα τα σημεία της χώρας, που την είχε μεγαλώσει με τις κατακτήσεις του ο Σουμουαμπού ο πρώτος βασιλιάς της. Το έργο του Σουμουαμπού το συνέχισε ο διάδοχός του ο Σουμουλαϊλού και το συμπλήρωσε ο Χαμουραμπί, που κατάλυσε οριστικά το Σουμεροακκαδικό κράτος και ανακηρύχθηκε βασιλιάς των τεσσάρων μερών του κόσμου: του Ακκάδ, του Ελάμ, της Ασσυρίας και της Βαβυλωνίας.
Στην πολύχρονη βασιλεία του ένδοξου Χαμουραμπί οργανώθηκε η διοίκηση του κράτους πάνω σε νέες βάσεις και καθιερώθηκαν νέοι νόμοι, που λαξεύτηκαν πάνω σε μια μεγάλη στήλη από διορίτη που βρέθηκε στα 1904 από το Μόργκαν και είναι γνωστή με το όνομα «Κώδικας του Χαμουραμπί». Ιδού μερικοί από τους νόμους του Βαβυλώνιου βασιλιά:
— «Αν κάποιος δανείστηκε σπόρο και το σιτάρι του δε φύτρωσε, γιατί έλειψε το νερό ή γιατί οι πλημμύρες σκόρπισαν την σοδειά του, το χρόνο εκείνο δε θα επιστρέψει το σπόρο και δε θα πληρώσει φόρο».
— «Αν ένα παιδί χτυπήσει τον πατέρα του, θα του κόψουν τα χέρια».
— «Αν κάποιος έσπασε το μέλος ελεύθερου ανθρώπου, θα του σπάσουν και αυτού ένα δικό του μέλος».
Η ακμή του Βαβυλωνιακού κράτους δε διατηρήθηκε στην εποχή των διαδόχων του Χαμουραμπί. Στο πέρασμα των χρόνων, οι Βαβυλώνιοι υποδουλώνονται στους Ασσυρίους, με επανάσταση όμως απελευθερώνονται, αλλά το κράτος έχει χάσει πια την παλιά του ακμή. Στα 740 π.Χ. καταλύεται ξανά από τους Ασσυρίους και μένει υπόδουλο για έναν αιώνα, αλλά τελικά ελευθερώνεται ξανά. Τελευταία δόξα γνωρίζει το κράτος των Βαβυλωνίων στην εποχή του Ναβουχοδονόσορ.
Τέλος, στα 538 π.Χ. κυριεύεται από τους Πέρσες οπότε και χάνεται πια οριστικά και ποτέ ξανά δε γίνεται λόγος για τους Βαβυλώνιους ως ιστορικός λαός. Στη μακραίωνη ιστορία τους οι Βαβυλώνιοι ανάπτυξαν δικό τους πολιτισμό που τον μετάδωσαν στους κατακτητές τους, την τέχνη, τη γραφή και τη θρησκεία τους στους Ασσυρίους και τις μαθηματικές και αστρονομικές γνώσεις στους Πέρσες.
Εξαιρετική ήταν η επίδοσή τους στις τέχνες, στην αρχιτεκτονική, διακοσμητική και γλυπτική, στην υφαντική και την κεντητική επίσης και στις επιστήμες, αστρονομία, μαθηματικά και ιατρική. Πίστευαν στο δημιουργό θεό Βάαλ (Βήλο) και στη θεά της γονιμότητας Ιστάρ (Αστάρτη) προς τιμή των οποίων έκτισαν μεγαλόπρεπους ναούς και έγραψαν θαυμάσιους ύμνους.
Αυτοί οι λαοί, λοιπόν, είχαν ιστορίες που μοιάζουν πολύ με τις διηγήσεις της Παλαιάς Διαθήκης όχι μόνο για τη Δημιουργία του Κόσμου, αλλά και για τον Κατακλυσμό του Νώε, όπως τουλάχιστον αποδεικνύουν οι αρχαίες πήλινες πινακίδες που ανακάλυψαν οι αρχαιολόγοι της περιοχής.




Δώστε την υποστήριξη σας στην έρευνα κάνοντας LIKE.

Ο στρατιώτης που έγινε σύμβολο της Αμερικής ήταν… Έλληνας

stratiotis-egine-simvolo-amerikis-itan-ellinasΉταν 8 Ιουλίου του 1944, όταν ο φωτορεπόρτερ Γιουτζίν Σμιθ απαθανατίζει με την φωτογραφική του μηχανή τη στιγμή που ένας Αμερικανός στρατιώτης, ο οποίος κάνει διάλειμμα από τη μάχη για να πιει νερό. Λίγη ώρα αργότερα ο πεζοναύτης γυρνά και κοιτάζει τον φωτογράφο, ενώ έχει στα χείλη του ένα αναμμένο τσιγάρο.
Και όλα αυτά την στιγμή που οι ριπές των πυροβόλων καθηλώνουν τους στρατιώτες. Οι φωτογραφίες που τραβήχτηκαν στο Σαϊπάν, κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δημοσιεύθηκαν στο «LIFE», στο πιο διάσημο περιοδικό της εποχής.
Ο Αμερικανός στρατιώτης, στις φωτογραφίες γίνεται σύμβολο της εποχής, συμβολίζοντας την ανδρεία και την γενναιότητα την ώρα της μάχης. Μόνο που όπως αποδείχθηκε αργότερα, ο στρατιώτης δεν ήταν Αμερικανός αλλά… Έλληνας. Πρόκειται για τον Ευάγγελο Κλωνή, από την Κεφαλονιά και η αποκάλυψη έγινε από τον γιο του το 1991, όταν τυχαία είδε το περιοδικό. Κρατώντας το στα χέρια έτρεξε στην μητέρα του, η οποία αναγνώρισε στην φωτογραφία τον σύζυγο της.

Τα δύσκολα παιδικά χρόνια και η σχέση με την οικογένεια Αρσένη

klwnis6
Ο Ευάγγελος Κλώνης γεννήθηκε στην Κεφαλονιά στις 28 Οκτωβρίου του 1916. Η οικογένεια του ήταν πολύ φτωχή και έτσι αναγκάστηκε από μικρός, να παρατήσει το σχολείο και να εργαστεί, για να μπορέσει συντηρήσει τα οκτώ αδέρφια του. Στην ηλικία των 14 χρόνων μετακομίζει στην Αθήνα, όταν ένας Κεφαλονίτης του βρίσκει δουλειά στην πρωτεύουσα.
Θα εργασθεί ως εισπράκτορας σε λεωφορείο, όπου αφεντικό του ήταν ο Γεράσιμος Αρσένης, παππούς του γνωστού πολιτικού. Έπειτα από δύο χρόνια στην πρωτεύουσα, βρίσκεται μια μέρα με το λεωφορείο στον Πειραιά, όπου παρατηρεί τους ναύτες που φεύγουν. Χρειάσθηκαν μόλις λίγα λεπτά για να πάρει την απόφαση να φύγει για την Αμερική.

Το ταξίδι στην Αμερική

Μπήκε κρυφά σε ένα πλοίο που έφυγε για την Αμερική, ενώ για να περάσει τον τελωνειακό έλεγχο προσποιήθηκε τον κωφάλαλο καθώς δεν μιλούσε λέξη αγγλικά. Εκεί θα κάνει διάφορες δουλειές για να επιβιώσει, κυρίως βοηθώντας του Έλληνες της ομογένειας. Θα καταλήξει όμως στο Σάντα Φε, καθώς το ζεστό κλίμα της περιοχής του θυμίζει την Ελλάδα. Οι συνθήκες τον βοήθησαν ώστε να γίνει σύντομα στέλεχος σε ένα εστιατόριο, το μεγάλο πρόβλημα όμως για εκείνον παρέμενε, καθώς δεν είχε αποκτήσει ακόμη την αμερικάνικη υπηκοότητα.
Το 1941, όταν η Αμερική παίρνει μέρος στον πόλεμο, ανακοινώνεται ότι όποιος παράνομος μετανάστης στρατολογούνταν θα έπαιρνε και την αμερικάνικη υπηκοότητα. Ο Εύαγγελος Κλωνής βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε και κατατάσσεται στον στρατό ξηράς. Η τραγική είδηση, ότι οι Γερμανοί σκότωσαν ολόκληρη την οικογένεια του στην Κεφαλονιά, φθάνει λίγο πριν ολοκληρώσει την εκπαίδευση του. Μια πληροφορία που θα τον κάνει να αποκτήσει μένος ώστε να θέλει να πάρει εκδίκηση.

Τα χρόνια στον στρατό και η συνομιλία με τον στρατηγό Άιζενχάουερ

klwnis3
Ο Κλωνής δεν μιλούσε ποτέ για τα χρόνια του στο στρατό και το μόνο που γνώριζε η οικογένεια του για εκείνη την εποχή ήταν ότι απολύθηκε το 1945, με πολλά μετάλλια αφού είχε πολεμήσει στην Αφρική και στην Ευρώπη. Σικελία, Αγγλία, Αυστρία, Πολωνία, Γερμανία και Νορμανδία. Η αποκάλυψη της φωτογραφίας όμως έφερε στο φως άγνωστες πτυχές από την στρατιωτική του δράση. Όπως πιστεύει η οικογένεια του, ο λόγος που δεν μιλούσε, ήταν γιατί είχε πάρει μέρος σε πολλές μυστικές αποστολές, συνολικά απαριθμούνται δεκατρείς. Ιδιαίτερη αξία έχει η ιστορία που αποκάλυψε ο γιος του Κλωνή, στον δημοσιογράφο Θεόδωρο Γεωργακόπουλο, που αφορά στον διάλογο που είχε με τον στρατηγό Άιζενχάουερ.

«Εγώ δεν είμαι Αμερικάνος, έρχομαι από την Ελλάδα»

klwnis5
Το 1944, δύο ημέρες πριν από την απόβαση στη Νορμανδία, ο Κλωνής ήταν στο Σαουθάμπτο, εκεί όπου βρέθηκε μπροστά στον Στρατηγό Άιζενχάουερ. Με θάρρος και τόλμη έσπευσε να δώσει τα διαπιστευτήρια του, λέγοντας: «Εγώ δεν είμαι Αμερικάνος, έρχομαι από την Ελλάδα. Οι Γερμανοί σκότωσαν όλη μου την οικογένεια. Θα πάω στη μάχη, και δεν με νοιάζει αν πεθάνω».
«Είσαι Αμερικάνος γιατί φοράς τη στολή μας», ήταν η απάντηση του  Άιζενχάουερ. «Θα πολεμήσεις για την καινούρια σου πατρίδα, αλλά μετά θα γυρίσεις, για να γευτείς τους καρπούς της νίκης».
Ο γιος του αναφέρθηκε σε ένα ακόμη περιστατικό από τον πόλεμο. Το 1945 βρέθηκε στο Βερολίνο επικεφαλής της ομάδας τεθωρακισμένων. Οι στρατιώτες του Κλωνή, υπό την απειλή των γερμανικών δυνάμεων που τους ακολουθούσαν έπρεπε να διασχίσουν έναν ορμητικό χείμαρρο επτά μέτρων για να σωθούν. Στο σημείο όμως είχε γίνει μάχη και το μέρος είχε γεμίσει πτώματα. Με δική του εντολή τα πτώματα στοιβάχτηκαν στον χείμαρρο και έτσι ουσιαστικά αποτέλεσαν την γέφυρα για να περάσουν τα τεθωρακισμένα από πάνω. Για την πράξη του αυτή πέρασε στρατοδικείο.
Όταν απολύθηκε ο Κλωνής επέστρεψε στη Σάντα Φε, όπου και έλαβε γράμμα ότι η οικογένεια του τελικά ήταν ζωντανή και ότι η πληροφορία που είχε λάβει ότι είχαν σκοτωθεί, ήταν λάθος. Επέστρεψε στην Ελλάδα για να τους δει, όπου και παντρεύτηκε. Γύρισε πίσω όμως στην Αμερική όπου άνοιξε δικό του εστιατόριο το οποίο και ονόμασε «Evangelo’s», ενώ απέκτησε και τρία παιδιά.

Το περίφημο γραμματόσημο με την φωτογραφία του

klwnis2
Η φωτογραφία του Γιουτζίν Σμίθ με τον Εύαγγελο Κλωνή ως στρατιώτη να πίνει νερό έγινε γραμματόσημο, σε μια πράξη απόδοσης τιμής για τις θυσίες και τη γενναιότητα των Αμερικανών στρατιωτών. Στο περίφημο γραμματόσημο αναγράφεται μόνο το όνομα του φωτογράφου καθώς η αληθινή ταυτότητα του εικονιζόμενου άνδρα αποκαλύφθηκε χρόνια αργότερα. Ο Ευάγγελος Κλωνής πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου του 1989 χωρίς να δει ποτέ τις φωτογραφίες που του τράβηξε ο Γιουτζίν Σμιθ.


Δώστε την υποστήριξη σας στην έρευνα κάνοντας LIKE.

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

28 Οκτωβρίου 1940



H Ιταλία κηρύσσει πόλεμο και προσβάλλει τα από Αλβανίας σύνορα της Ελλάδας. Συνάντηση Χίτλερ - Μουσσολίνι στη Φλωρεντία, τοπική ώρα 11.00. "Φύρερ, προελαύνουμε.." ήταν τα πρώτα λόγια του Μουσσολίνι.
Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940 ήταν η πολεμική σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, η οποία διήρκεσε από τις 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι τις 23 Απριλίου 1941. Επίσημη έναρξη του Πολέμου θεωρείται η «επίδοση του τελεσιγράφου», ενώ μετά τις 6 Απριλίου 1941, με την επέμβαση των Γερμανών, συνεχίστηκε ως ελληνοιταλικογερμανικός πόλεμος.
Ο πόλεμος αυτός ήταν το αποτέλεσμα της επεκτατικής πολιτικής του φασιστικού καθεστώτος του Μπενίτο Μουσολίνι που είχε εγκαθιδρύσει στην Ιταλία. Στα μέσα του 1940, ο Μπενίτο Μουσολίνι, έχοντας ως πρότυπο τις κατακτήσεις του Αδόλφου Χίτλερ, θέλησε να αποδείξει στους Γερμανούς συμμάχους του Άξονα ότι μπορεί και ο ίδιος να οδηγήσει την Ιταλία σε ανάλογες στρατιωτικές επιτυχίες. Η Ιταλία είχε ήδη κατακτήσει την Αλβανία από την άνοιξη του 1939, καθώς και πολλές βρετανικές βάσεις στην Αφρική, όπως τη Σομαλιλάνδη, το καλοκαίρι του 1940, αλλά αυτές δεν ήταν επιτυχίες ανάλογες αυτών της ναζιστικής Γερμανίας. Ταυτόχρονα ο Μουσολίνι επιθυμούσε να ισχυροποιήσει τα συμφέροντα της Ιταλίας στα Βαλκάνια, που ένοιωθε ότι απειλούνταν από τη γερμανική πολιτική από την στιμή που η Ρουμανία είχε δεχθεί την γερμανική προστασία για τα πετρελαϊκά της κοιτάσματα.
Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ο Ιταλός Πρέσβης στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι επέδωσε ιδιόχειρα στον Έλληνα Πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά, στην οικία του δεύτερου, στην Κηφισιά, τελεσίγραφο, με το οποίο απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο, προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία του Ελληνικού Βασιλείου, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για τις ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του για τη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική. Μετά την άρνηση του Πρωθυπουργού (το περίφημο «όχι»), ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις άρχισαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εισβολής στην Ελλάδα.
  • Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι ανεξάρτητα των όσων έχουν γραφεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα, ο πόλεμος αυτός δεν ήταν αιφνίδιος. Η επίδοση του τελεσιγράφου αναμενόταν ήδη από ημέρα σε ημέρα, η δε ημερομηνία αυτή της επίδοσης θεωρούνταν η πλέον πιθανή δεδομένου ότι αποτελούσε εθνική επέτειο του φασισμού στην Ιταλία από το 1925. Αλλά και από ένα τεράστιο δίκτυο πληροφοριών που είχε αναπτυχθεί τότε, σε συνδυασμό με διάφορα γεγονότα όπως αναφέρονται παρακάτω, οδηγούσαν με απόλυτη ακρίβεια την επερχόμενη πολεμική σύγκρουση κατά την οποία η Ελλάδα βρέθηκε τουλάχιστον έτοιμη να την αντιμετωπίσει.
Ο Ελληνικός Στρατός αντεπιτέθηκε και ανάγκασε τον ιταλικό σε υποχώρηση και μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου, σχεδόν το ένα τέταρτο του εδάφους της Αλβανίας είχε καταληφθεί από τους Έλληνες. Η αντεπίθεση των Ιταλών, το Μάρτιο του 1941, απέτυχε, με κέρδος μόνο μικρές εδαφικές εκτάσεις στην περιοχή της Χειμάρρας. Τις πρώτες μέρες του Απριλίου, με την έναρξη της γερμανικής επίθεσης, οι Ιταλοί ξεκίνησαν και αυτοί νέα αντεπίθεση. Από τις 12 Απριλίου, ο Ελληνικός Στρατός άρχισε να υποχωρεί από την Αλβανία, για να μην περικυκλωθεί από τους προελαύνοντες Γερμανούς. Ακολούθησε η συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, στις 20 Απριλίου και με τους Ιταλούς, τρεις μέρες αργότερα, οι οποίες περαίωσαν τυπικά τον ελληνοϊταλικόγερμανικό πόλεμο.
Η απόκρουση της ιταλικής εισβολής αποτέλεσε τη πρώτη νίκη των Συμμάχων κατά των δυνάμεων του Άξονα στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και ανύψωσε το ηθικό των λαών στη σκλαβωμένη Ευρώπη. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η νίκη των Ελλήνων επηρέασε την έκβαση ολόκληρου του πολέμου, καθώς υποχρέωσε τους Γερμανούς να αναβάλουν την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης, προκειμένου να βοηθήσουν τους συμμάχους τους Ιταλούς που έχαναν τον πόλεμο με την Ελλάδα. Η καθυστερημένη επίθεση τον Ιούνιο του 1941, ενέπλεξε τις γερμανικές δυνάμεις στις σκληρές συνθήκες του ρωσικού χειμώνα, με αποτέλεσμα την ήττα τους στη διάρκεια της Μάχης της Μόσχας.

Παραρτήματα

Διάγγελμα Πρωθυπουργού προς τον Ελληνικόν Λαόν.

28η Οκτωβρίου 1940
Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν δια την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της. Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηρά ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημάς το δικαίωμα να ζώμεν ως ελεύθεροι Ελληνες, μου εξήτησε σήμερον την 3ης πρωινήν την παράδοσιν τμημάτων του εθνικού εδάφους, κατά την ίδιαν αυτής βούλησιν, και μου ανεκοίνωσεν ότι προς κατάληψιν αυτών, η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζεν την 6η πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρέσβυν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ' εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο, ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδος.
Τώρα θα αποδείξωμεν εαν πράγματι έιμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Ολον το Εθνος ας εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε δια την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά σας και τας ιεράς παραδόσεις μας. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.
Ιωάννης Μεταξάς

Διάγγελμα της Α.Μ. του Βασιλέως προς τον Ελληνικόν Λαόν.

28η Οκτωβρίου 1940
Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως σας ανήγγειλε προ ολίγου υπό ποίους όρους ηναγκάσθημεν να κατέλθωμεν εις πόλεμον κατά της Ιταλίας, επιβουλευθείσης την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος.
Κατα την Μεγάλην αυτήν στιγμήν είμαι βέβαιος ότι κάθε Ελλην και κάθε Ελληνίς θα εκτελέσωσι το καθήκον των μέχρι τέλους και θα φανώσιν αντάξιοι της ενδόξου ημών ιστορίας.
Με πίστη εις τον Θεόν και εις τα πεπρωμένα της φυλής, το Εθνος σύσσωμον και πειθαρχούν ως εις άνθρωπος θα αγωνισθή υπέρ βωμών και εστιών μέχρι τελικής νίκης.
Γεώργιος Β'

Αποτέλεσμα εικόνας για Οχυρό Παλιουριώνες
“10 Απριλίου 1941"
Μετά τήν συνθηκολόγηση μέ τήν Γερμανία παραδίδονται τά οχυρά Παλιουριώνες* καί Ρούπελ*. Οί Γερμανοί εκφράζουν τόν θαυμασμό τους στούς Ελληνες στρατιώτες, δηλώνουν ότι αποτελεί τιμή καί υπερηφάνεια τό ότι είχαν σάν αντίπαλο έναν τέτοιο στρατό καί ζητούν από τόν Ελληνα διοικητή νά επιθεωρήσει τόν Γερμανικό στρατό ώς ένδειξη τιμής καί αναγνωρίσεως! Η Γερμανική Σημαία υψώνεται μόνο μετά τήν πλήρη αποχώρηση τού Ελληνικού Στρατού.
Ένας Γερμανός αξιωματικός τής αεροπορίας εδήλωσε στόν διοικητή τής ομάδος μεραρχιών Ανατολικής Μακεδονίας αντιστράτηγον Δέδε ότι ό Ελληνικός Στρατός ήταν ό πρώτος στρατός στόν οποίον τά στούκας δέν προκάλεσαν πανικό.
“Οι στρατιώται σας” είπε, ”αντί νά φεύγουν αλλόφρονες, όπως έκαναν είς τήν Γαλλία καί τήν Πολωνία, μας επυροβόλουν από τας θέσεις των.”

Οχυρό Ρούπελ
Το οχυρό Ρούπελ είναι το μεγαλύτερο συγκρότημα της οχυρωμένης τοποθεσίας κατά μήκος των ελληνοβουλγαρικών συνόρων που έφερε το όνομα Γραμμή Μεταξά, με συνολικό ανάπτυγμα καταφυγίων 1.849 μέτρα και μήκος στοών 4.251 μέτρα. Το Ρούπελ, κατασκευασμένο στις δυτικές αντηρίδες του όρους Τσιγγέλι στον ποταμό Στρυμόνα , μαζί με το οχυρό Παλιουριώνες εξασφάλιζαν τη στενωπό Ρούπελ.

Χρονικό οχυρού Ρούπελ (6 - 9 Απριλίου 1941)
6 Απριλίου
H γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στις 05.15 της 6ης Απριλίου. Για τον κανονισμό των βολών πυροβολικού είχε μεταφερθεί στα βόρεια του Στρυμόνα ένα δέσμιο στη γη αερόστατο, η παρουσία του ήταν προκλητική καθώς η ελληνικές δυνάμεις στερούσαν από αεροπορική κάλυψη. Ελάχιστα λεπτά αργότερα άρχισαν οι επιθέσεις από αεροσκάφη στούκας, στόχος τους εκτός από το οχυρό ήταν και το Κέντρο Αντίστασης Καπίνας.
Η γερμανική επίθεση στα ανατολικά του Ρούπελ
Στα ανατολικά του αριστερού υποτομέα του Συγκροτήματος Σιδηροκάστρου έδρασαν τα τάγματα ΙΙ/125 & ΙΙΙ/125, όπου σύμφωνα με το σχέδιο της επίθεσης έπρεπε πρώτα να καταλάβουν το ύψωμα 350 στο διάκενο των οχυρών Ρούπελ-Καρατάς. Για να μην καταληφθεί το ύψωμα πολέμησαν, η διμοιρία του φυλακίου Κούλας, και του 3ου λόχου προκάλυψης. Το ΙΙ/125 τάγμα πλησίασε, στις 06.40, το ύψωμα 350 και το κατέλαβε με αιφνιδιαστική επίθεση, ακολουθούμενο από το ΙΙΙ/125.
Επίθεση του ΙΙΙ/125 γερμανικού τάγματος
Εκμεταλλευόμενοι τις πτυχώσεις του εδάφους, οι Γερμανοί έφθασαν σε απόσταση 200 μ. από τα έργα του οχυρού Ρούπελ. Οι υπερασπιστές του οχυρού μαζί με την βοήθεια του Καρατάς και του πυροβολικού κατάφεραν να αποκρούσουν και της τρεις επιθέσεις του τάγματος.
Διείσδυση του ΙΙ/125 γερμανικού τάγματος στα νώτα του Ρούπελ
Οι Γερμανοί του ΙΙ/125 τάγματος υποβλήθηκαν σε παρόμοιες δοκιμασίες, αλλά ήταν ο μόνος πραγματικός κίνδυνος για τις ελληνικές δυνάμεις καθ’όλοι την διάρκεια του αγώνα. Από τους 100 άντρες πέρασαν οι 60 με μια ομάδα βαρέων πολυβόλων και μια ομάδα διαβιβαστών. Οι υπόλοιποι λόχοι του τάγματος γνώρισαν την καταστροφή. Ο 5ος λόχος σχεδόν διαλύθηκε. Ο 8ος κατάφερε να περάσει το βράδυ της 6-7/4 και ενώθηκε με τα υπόλοιπα τμήματα το μεσημέρι της 7/4 με πολύ μεγάλες απώλειες.
7 Απριλίου
Την αυγή του 7ης Απριλίου συγκροτήθηκαν τρεις περίπολοι του Ρούπελ με αποστολή την εκκαθάριση της περιοχής από τους εχθρούς και την αποκατάσταση της τηλεφωνικής επικοινωνίας. Αποτέλεσμα αυτής της περιπολίας ήταν η σύλληψη 14 αιχμαλώτων με 3 συσκευές ασυρμάτου και 2 όλμους. Επίσης δεν έλειψαν οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί, μάλιστα στις 7 και 8 Απριλίου, τα στούκας χρησιμοποίησαν βόμβες 500 κιλών. Η υποχώρηση των Γερμανών και οι μικρές απόλυες των Ελλήνων υπερασπιστών ανύψωσαν το ηθικό των Ελλήνων. Ο Παπακωνσταντίνου σημειώνει χαρακτηριστικά: "Το ηθικόν των στρατιωτών υπέροχον. Τους βομβαρδισμούς και την κόλασιν πυρός υποδέχοντο με ζητωκραυγάς".
Αγώνες εναντίον των Γερμανών στα νώτα του Ρούπελ.
Η παρουσία των Γερμανών στα νότια του οχυρού Ρούπελ απασχόλησε τις ελληνικές δυνάμεις. Η διμοιρία αρμάτων που θα ενεργούσε με το απόσπασμα του Παπαχατζή δεν χρησιμοποιήθηκε λόγω εδαφικών δυσχερειών. Εναντίων των Γερμανών που είχαν καταλάβει το παρατηρητήριο της 7ης πυροβολαρχίας στο ύψωμα Τεπελάρ κινήθηκαν δύο διμοιρίες του 3ου λόχου υπό των Νιάνου και Παπαχατζή υπό τον ανθυπολοχαγού Καρατζά. Μετά από ολοήμερη μάχη, οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να απωθήσουν τους Γερμανούς στο ύψωμα Γκολιαμά ανάμεσα στο χωριό Κλειδί και το λόφο Λουτρών.
8 Απριλίου
Στις 6:00 το πρωί της 8ης Απριλίου το οχυρό Ρούπελ δέχτηκε νέο σφοδρό βομβαρδισμό από την αεροπορία και το πυροβολικό, που συνεχίστηκε όλη την ημέρα. Οι Γερμανοί του ΙΙΙ/125 τάγματος ετοιμάστηκαν για νέα επίθεση με τρεις ομάδες εδάφους και μία διμοιρία σκαπανέων. Για το σκοπό αυτό ενισχύθηκε με δύο διμοιρίες του 13ου και 14ου λόχου.Οι απώλειες του οχυρού την ημέρα αυτή ήταν ένας νεκρός και τέσσερις τραυματίες οπλίτες ενώ οι υλικές ήταν ελάχιστες. Σημαντικές, αντίθετα, ήταν οι απώλειες του εχθρού. Ενέργειες για την εξουδετέρωση των Γερμανών στα νώτα του Ρούπελ. Πιο σοβαρή ήταν η κατάσταση στα νότια του οχυρού αφού το ΙΙ/125 τάγμα ενισχύθηκε από την κάθοδο των γερμανών δυνάμεων της 5ης Ορεινής Μεραρχίας στα δυτικά του Στρυμόνα.
Η κατάσταση χειροτέρεψε για την ελληνική πλευρά γιατί η Ομάδα Μεραρχιών διέταξε τα τάγματα του 41 Συντάγματος Πεζικού να επιστρέψουν στης αρχικές τους θέσεις μάχης. Η κατάσταση ήταν κρίσιμη καθώς η επόμενη προγραμματισμένη ενέργεια ήταν η διάβαση του Στρυμόνα από την 5η Ορεινή Μεραρχία.
9 Απριλίου
Το οχυρό Ρούπελ υπέστη βομβαρδισμούς πυροβολικού και αεροπορίας και την ημέρα αυτή. Μέχρι το μεσημέρι οι βομβαρδισμοί ήταν μικρής έντασης αλλά από τις 14:00 μετατράπηκαν σε σφοδρούς. Στις 12:30, όμως, όταν επρόκειτο να εφορμήσουν τα τμήματα κρούσης, το ελληνικό πυροβολικό εξαπέλυσε στους χώρους εξόρμησης το φονικό πυρ και προκλήθηκαν πολλές και βαριές απόλυες στους Γερμανούς. Μετά από αυτό τα γερμανικά τμήματα άρχισαν να οπισθοχωρούν. Οι απόλυες του οχυρού ήταν πέντε νεκροί και έντεκα τραυματίες. Στις 17:00 προσήλθαν Γερμανοί κήρυκες για να γνωστοποιήσουν την συνθηκολόγηση του ΤΣΑΜ ζητώντας την παράδοση του οχυρού.
Ο διοικητής του, Ταγματάρχης Γεώργιος Δουράτσος απάντησε ότι τα οχυρά δεν παραδίδονται αλλά καταλαμβάνονται και ότι θα συνεχίσει τον αγώνα στερούμενος άλλων διαταγών. Ο κήρυκας διαβεβαίωσε στην στρατιωτική του τιμή ότι δεν επρόκειτο για απάτη και όρισε συνάντηση για την 6:00 της επόμενης 10/4. Το οχυρό επικοινώνησε με τη Μεραρχία όπου κοινοποίησε την συνθηκολόγηση. Η αντίδραση των ανδρών του οχυρού ήταν ότι ο αγώνας έπρεπε να συνεχιστή. Την επομένη 10 Απριλίου 1941 έλαβε χώρα η παράδοση του οχυρού. Τα γερμανικά τμήματα "μας εσεβάσθησαν και μας ετίμησαν", σύμφωνα με την έκθεση Πλευράκη. Έξω από το οχυρό ήταν παραταγμένο γερμανικό τμήμα και απέδωσαν τιμές. Ο εντεταλμένος για την παραλαβή του οχυρού Γερμανός αξιωματικός συγχάρηκε τον διοικητή του, Ταγματάρχη Γεώργιο Δουράτσο, διαβεβαιώνοντας τα συγχαρητήρια και το θαυμασμό των ανωτέρων του. Τόνισε μάλιστα ότι για τους Γερμανούς αποτελούσε τιμή και υπερηφάνεια ότι είχαν ως αντίπαλο έναν τόσον ηρωικό στρατό. Σχετικά με τις απόλυες των εμπολέμων στον αριστερό υποτομέα του Συγκροτήματος Σιδηροκάστρου, ο Πλευράκης σημειώνει στην έκθεση του: "Αι απώλειαι ασήμαντοι έναντι τοιούτου αγώνος ώστε περιορισθεί σε 4 νεκρούς αξιωματικούς και 40 άνδρες τραυματίες 2 αξιωματικοί και 150 άνδρες. Απεναντίας του αντιπάλου βαρύτατε ως μαρτυρούν τα υπάρχοντα νεκροταφεία και ας αποσιωπώ δια λόγους σκοπιμότητος".

Οχυρό Παλιουριώνες
Το οχυρό βρισκόταν βορειοανατολικά της κωμόπολης Νέο Πετρίτσι Σερρών.
Οι οχυρώσεις του αποτελούνταν από τρία συγκροτήματα και δύο μεμονωμένα πολυβολεία, με υπόγειες στοές που έφταναν τα 1762 μέτρα. Τα επιφανειακά του έργα ήταν, 4 απλά και 6 διπλά πολυβολεία, 2 σύνθετα πολυβολεία-παρατηρητήρια, 1 σύνθετο πολυβολείο-αντιαρματικό πυροβολείο, 1 σύνθετο πολυβολείο-βομβιδοβολείο, 1 αντιαεροπορικό πολυβολείο, 1 αντιαρματικό πυροβολείο, 1 μονό και 1 διπλό ολμοβολείο, 3 πολυβολεία πλαγιοφύλαξης, 7 παρατηρητήρια, 2 σταθμούς οπτικού, 4 απλές εξόδους, 1 έξοδος με πολυβόλο και 1 εξόδος με παρατηρητήριο και βομβιδοβολείο.
Ο οπλισμός του αποτελείτο από 2 πυροβόλα των 75mm, 1 αντιαεροπορικό των 20mm, 2 αντιαρματικά των 37mm, 3 όλμους των 81mm, 31 πολυβόλα, 16 οπλοπολυβόλα, 35 βομβιδοβόλα και επανδρώνονταν από 15 αξιωματικούς και 585 υπαξιωματικούς και οπλίτες.

ΠΗΓΗ

Δώστε την υποστήριξη σας στην έρευνα κάνοντας LIKE.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Η μεγάλη διήμερη μάχη και η απελευθέρωση των Γιαννιτσών (19 - 20 Οκτωβρίου 1912)



Μετά την μεγάλη νίκη του Ελληνικού στρατού στο Σαραντάπορο και την απελευθέρωση των Σερβίων, της Κοζάνης και της Κατερίνης το σύνολο των Ελληνικών μεραρχιών (ΙΙ, ΙΙΙ, ΙV, V, VI, VII) κινούνταν προς τα Γιαννιτσά με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη. Ο Τουρκικός στρατός βρισκόταν σε συνεχή υποχώρηση, ενώ το ηθικό του ήταν στο κατώτατο όριο λόγω των συνεχών ηττών και του υπερδιπλάσιου εχθρού που προήλαυνε νικηφόρα.


Το Γενικό επιτελείο και ο Αρχιστράτηγος του Ελληνικού στρατού Διάδοχος Κωνσταντίνος θεωρούσαν πως ο Χασάν Ταξίν Πασάς και ο Τουρκικός στρατός θα σταματούσε να πολεμήσει στις όχθες του Αξιού ποταμού οχυρώνοντας την τοποθεσία αυτή που έμοιαζε ιδανική για άμυνα. Έτσι στις διαταγές που εκδόθηκαν από το Γενικό Επιτελείο στις 18 Οκτωβρίου προβλεπόταν η κατάληψη των Γιαννιτσών την επόμενη ημέρα, ενώ οριζόταν η πόλη και ως έδρα του στρατηγείου. Αυτό σήμαινε πως η μάχη που ακολούθησε στις παρυφές της πόλης των Γιαννιτσών δεν είχε προβλεφθεί και αυτό είχε μια αρνητική επίπτωση στην προετοιμασία (υλική και ψυχολογική) των Ελληνικών μονάδων.

Οι Τούρκοι ενισχύθηκαν με την 14η μεραρχία Σερρών και παρέταξαν στο πεδίο της μάχης 25.000 άνδρες και περίπου 30 πυροβόλα. Η τοποθεσία που επιλέχθηκε από τον Τούρκο στρατηγό για την άμυνα βρισκόταν δυτικά της πόλης και στηριζόταν από δεξιά σε δύσβατα υψώματα και στα αριστερά από την λίμνη των Γιαννιτσών. Το έδαφος ήταν ελώδες και πεδινό, αλλά το χειρότερο ήταν πως πιθανή αποτυχία του Τουρκικού στρατού θα επέφερε την διάλυση του καθώς όπισθεν του βρισκόταν ο Αξιός ποταμός. Εκεί αποφάσισε ο Ταξίν Πασάς να σταθεί και να πολεμήσει υπερασπίζοντας και τα Γιαννιτσά που ήταν ιερή πόλη για τους Μουσουλμάνους.

Την πρώτη επαφή με τον εχθρό έκαναν οι προφυλακές της ΙΙ και ΙΙΙ Μεραρχίας βορειοδυτικά της κύριας αμυντικής τοποθεσίας, οι οποίες όμως ανέτρεψαν εύκολα τους αμυνόμενους που συμπτύχθηκαν στην κύρια τοποθεσία άμυνας. Το μεσημέρι της 19ης Οκτωβρίου οι κύριες δυνάμεις των Ελλήνων συγκεντρώνονταν ενώπιον της κύριας τοποθεσίας υπό τα πυκνά πυρά του Τουρκικού πυροβολικού. Η ΙΙΙ μεραρχία είχε καταφέρει να καταλάβει άθικτη την γέφυρα του ποταμού Ασπροποτάμου, αλλά η διάβαση της από τα υπόλοιπα τμήματα της ΙΙ μεραρχίας γινόταν αργά λόγω του αντίπαλου πυροβολικού.



Το Γενικό Στρατηγείο λαμβάνοντας ενημέρωση για την διαμορφωθείσα κατάσταση εξέδωσε νέες διαταγές με τις οποίες διέταζε γενική επίθεση σε όλο το μήκος της τοποθεσίας, καθώς καμία κυκλωτική ενέρεια δεν ήταν δυνατή. Το κύριο βάρος της επίθεσης στο βόρειο άκρο της Τουρκικής 
άμυνας ανέλαβε η ΙV μεραρχία που επιτέθηκε και με τα τρία συνταγματα της (8ο, 9ο 11ο) για να καταλάβει το χωριό Πενταπλάτανο. Μετά της 16.00 ο αγώνας έγινε σκληρότερος με τους Τούρκους να 
Η μάχη των Γιαννιτσών (χάρτης του ΓΕΣ/ΔΙΣ)
υποχωρούν αργά, αμυνόμενοι με πυκνά πυρά πεζικού  και πυροβολικού στα επελαύνοντα 3 Ελληνικά Συντάγματα. Άλλη όμως σημαντική εξέλιξη ήταν η προέλαση της VI μεραρχίας που ανέτρεψε τις Τουρκικές θέσεις με διαδοχικές επιθέσεις και συντάχθηκε αργά το βράδυ στο άκρο αριστερό άκρο της ΙV μεραρχίας.

Οι βραδυνές ώρες διέκοψαν την μάχη με τις ΙΙ και ΙΙΙ μεραρχίες να έχουν διαβεί τον Ασπροπόταμο και να είναι έτοιμες για την τελική προέλαση και με τα τρια Συντάγματα της ΙV μεραρχίας και τμήμα της VI μεραρχίας να έχουν καταλάβει τμήμα της βόρειας αμυντικής τοποθεσίας και να βρίσκονται σε στενή επαφή με τον εχθρό. Οι στρατιώτες των τριών συνταγμάτων διανυκτέρευσαν υπό συνεχή βροχή και τσουχτερό κρύο, νηστικοί και κατάκοποι. Ο Αγώνας της επομένης θα αποδεικνυόταν σκληρότερος.

Με το πρώτο φως της ημέρας το 9ο τάγμα ευζώνων της VI μεραρχίας υπό τον αντισυνταγματάρχη Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο επιτέθηκε ακάλυπτο κατά των Τουρκικών θέσεων με εφ΄όπλου λόγχη με 
Μάχη των Γιαννιτσών
την σημαία μπροστά και την την πολεμική σάλπιγγα να σημαίνει "προχωρείτε, προχωρείτε". Η επίθεση ήταν τόσο ορμητική που όχι μόνο ανέτρεψε την Τουρκική αντίσταση αλλά συνέλαβε άθικτη και μια ολόκληρη Τουρκική πυροβολαρχία που βρισκόταν ταγμένη στο νεκροταφείο του χωριού και δεν πρόλαβε να υποχωρήσει.

Αλλά την κύρια νίκη την κατέκτησε η ΙV μεραρχία με μια θυελλώδη προέλαση των Συνταγμάτων της. Στις 6.30 τα τρία συντάγματα της ξεκίνησαν την επίθεση στηριζόμενα και από το φίλιο πυροβολικό που είχε αναπτυχθεί το απόγευμα της προηγούμενης ημέρας. Η δυσκολία της μάχης ήταν αυξημένη για τον πρόσθετο λόγο ότι στο συγκεκριμένο σημείο οι επιτιθέμενοι δεν διέθεταν αριθμητική υπεροχή. Η επίθεση εξελίχθηκε ραγδαία με τα συντάγματα να κερδίζουν συνεχώς έδαφος και να πλησιάζουν τα Τουρκικά χαρακώματα προελαύνοντας υπό το δραστικό πυρ του Τουρκικού πυροβολικού από τα γύρω υψώματα. Ταυτόχρονα και η ΙΙ και ΙΙΙ μεραρχία πίεζαν τους Τούρκους στον τομέα τους και τους είχαν εξαναγκάσει σε αναδίπλωση και συνεχή υποχώρηση.

Ο Τούρκος (Αλβανικής καταγωγής) στρατηγός αντιλαμβανόταν ότι οι δυνάμεις του παρά τις 

Χασάν Ταχσίν Πασάς
προσπάθειες τους είχαν χάσει έδαφος και είχαν κλονιστεί. Ο σοβαρότερος όμως κίνδυνος για τους Τούρκους προερχόταν από την απρόσμενη προέλαση της VI μεραρχίας με το 9ο τάγμα του οποίου η επιτυχία και η εισχώρηση στα βόρεια της τοποθεσίας απειλούσε με κύκλωση και αιχμαλωσία ολόκληρη την Τουρκική στρατιά. Υπό τον κίνδυνο αυτό ο Ταξίν Πασάς διέταξε υποχώρηση που σύντομα πήρε την διάσταση της πανικόβλητης φυγής που διεξήχθη με μεγάλη δυσκολία λόγω της συνεχούς βροχής και της λάσπης. Ο κύριος όγκος του Τουρκικού στρατιωτικού υλικού έπεσε λάφυρο στα χέρια των νικητών Ελλήνων, ενώ οι υποχωρούσες Τουρκικές μονάδες βρίσκονταν σε διάλυση.Υπήρξαν 3000 αιχμάλωτοι Τούρκοι στρατιώτες, 25 πυροβόλα από τα 30, και 2 πολεμικές σημαίες. . 

Το Γενικό Στρατηγείο διέταξε της Ι μεραρχία να καταδιώξει και να διαλύσει τον εχθρό, όμως αυτό δεν έγινε καθώς λόγω της γρήγορης προέλασης των Ελλήνων οι μονάδες είχαν μπερδευτεί μεταξύ τους μέσα στην πόλη των Γιαννιτσών και έτσι χάθηκε πολύτιμος χρόνος. Οι απώλειες των Ελλήνων στην διήμερη αυτή μάχη ήταν 188 νεκροί (ανάμεσα τους 10 αξιωματικοί) και 756 τραυματίες (ανάμεσα τους 29 αξιωματικοί).

Η μάχη των Γιαννιτσών

Τα πρώτα τμήματα που μπήκαν στην πόλη των Γιαννιτσών, από το δρόμο της Αξού ήταν της δεύτερης 
μεραρχίας με τον Μέραρχο Καλάρη. Γύρω στις 11 π.μ. από τον ίδιο δρόμο μπαίνει και ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος με το Επιτελείο του. Δημογέροντες της Ελληνικής κοινότητας και πλήθος κόσμου, τους υποδέχονταν μέσα σε παραλήρημα χαράς και ζητωκραυγών, στην οδό Χατζηδημητρίου, στο ύψος της νέας αγοράς. Επακολούθησε νεκρώσιμη ακολουθία στο Ναό της Παναγίας, για τους νεκρούς στρατιώτες. Κατόπιν άρχισε μεγάλη Δοξολογία μπροστά σε αξιωματικούς, στρατιώτες και κατοίκους της πόλης. 
Η εικόνα των ηττημένων Τούρκων στρατιωτών που ξεχύθηκαν στους λασπωμένους δρόμους προς την Θεσσαλονίκη ήταν φρικτή. Ένας πολεμικός ανταποκριτής των “ΤΑΙΜΣ” ο Κρώφορντ Πράϊς γράφει: “είδα πολλά άξια λόγου θέματα στη Μακεδονία, αλλά κανένα απ’αυτά τόσο σπαρακτικό και τόσο τρομερό, όσο η υποχώρηση του Ταξίν, την επόμενη της μάχης των Γιαννιτσών”. 

Επίλογος 

Η πολύ σημαντική αυτή νίκη συνέτριψε τους Τούρκους, άνοιξε διάπλατα τον δρόμο για την Θεσσαλονίκη και εξασφάλισε την τελική νίκη στον Ά Βαλκανικό πόλεμο για τα Ελληνικά όπλα. Αιχμή της ηρωικής επίθεσης της ΙV μεραρχίας που περιγράψαμε αποτέλεσε το 9ο Σύνταγμα πεζικού που είχε τότε (όπως και σήμερα) την έδρα του στην Καλαμάτα. Λόγω της ανδραγαθίας του αυτής, το 9ο Σύνταγμα πεζικού που είναι πλέον σήμερα κέντρο εκπαίδευσης νεοσυλλέκτων οπλιτών, αποκαλείται τιμητικά "Γιαννιτσά" μέχρι και τις ημέρες μας.

Ι. Β. Δ.

Πηγές

Γενικό Επιτελείο Στρατού, Ο Ελληνικός στρατός στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913, εκδόσεις ΔΙΣ

Βασίλειος Αναστασόπουλος, Α΄ Βαλκανικός πόλεμος - Η μεγάλη εξόρμηση, εκδόσεις Περισκόπιο

Παντελής Καρύκας, Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913, πολεμικές μονογραφίες

Θ. Πάγκαλος, απομνημονεύματα, εκδόσεις Αετός

Κρώφορδ Πράις, Βαλκανικοί Αγώνες, εκδόσεις "Εκάτη"


ΠΗΓΗ

Δώστε την υποστήριξη σας στην έρευνα κάνοντας LIKE.

Η απελευθέρωση της Βέροιας 16 Οκτωβρίου 1912. Αυτόπτες μάρτυρες διηγούνται





Από βραδύς είχαν φτάσει τα μαντάτα στη Βέροια. Όπου να ‘ναι μπαίνει ο ελληνικός στρατός στην πόλη ελευθερωτής και νικηφόρος. Έλληνες και Τούρκοι σε μεγάλη αναστάτωση, διλήμματα, φόβος και προσμονή.

Τούρκοι φορτώνουν την πραμάτεια τους και προσπαθούν να φύγουν. Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός γεμίζει από απελπισμένους ανθρώπους που αφήνουν τα σπίτια όπου γεννήθηκαν και παίρνουν τους δρόμους της φυγής.

Βεροιωτάδες φίλοι τους προσπαθούν να τους πείσουν ότι δεν κινδυνεύουν, πως δεν πρέπει να φύγουν. Τόσα χρόνια έζησαν μαζί, κι αν δημιουργούνταν εντάσεις δεν έφταιγε ο λαός. Αυτοί που ήταν ψηλά, που διοικούσαν, που αποφάσιζαν, που εφάρμοζαν, έφταιγαν.

Και τώρα το άπιαστο όνειρο για λευτεριά γίνεται σκληρή πραγματικότητα. Πρέπει να το αντιμετωπίσουν. Και το έκαναν. Ο καθένας με τον τρόπο του και για τους δικούς του λόγους.
Έλληνες και Τούρκοι Προύχοντες με τη συμμετοχή του Μητροπολίτη Καλλίνικου και του Τούρκου Δημάρχου Αλή Χαλίλ Βέη πραγματοποιούν σύσκεψη στη Μητρόπολη και αποφασίζουν να αλληλοπροστατευτούν. Να μην αλλάξει η πόλη, να μη γίνουν βανδαλισμοί και σφαγές, παρά μόνο να νιώσουν τον αέρα της λευτεριάς και να βοηθηθούν μεταξύ τους, όπως έμαθαν να κάνουν απ΄ τη μέρα που γεννήθηκαν

. Όχι ότι δεν υπήρχαν ακραίες συμπεριφορές από την πλευρά των κατακτητών. Ήταν όμως περιορισμένες. Μόνο μετά την ατυχή κατάληξη της επανάστασης του 1878 είχαν χειροτερέψει τα πράγματα. Είχαν αγριέψει. Γι αυτό η ανάγκη για λευτεριά ήταν ακόμα πιο μεγάλη, όπως και οι ελπίδες που ποτέ δεν έσβησαν μα κρυφόκαιγαν και περνούσαν από γενιά σε γενιά στο μυαλό και την καρδιά τους. Έπρεπε όμως οι απλοί άνθρωποι να προστατέψουν τους φίλους και γείτονες. Οι δε προύχοντες την περιουσία τους και τα οφίτσιά τους.
Έτσι η πόλη το αξέχαστο μεσημέρι της Τρίτης 16 Οκτωβρίου παραδίδεται αναίμακτα και κατόπιν συμφωνίας στα χέρια των Ελλήνων


Επτά ελληνικές μεραρχίες με περίπου 100.000 άντρες και αρχιστράτηγο το διάδοχο Κωνσταντίνο, ξεχύθηκαν στη Μακεδονία. Την 5η Οκτωβρίου ο ελληνικός στρατός ξεκίνησε τις επιχειρήσεις του, με την κατάληψη των τουρκικών συνοριακών φυλακίων, αντιμετωπίζοντας συνολικά μικρή αντίσταση.
Τα νέα διαδίδονται με ενθουσιασμό. Ο λαός ανυπομονεί και περιμένει ώρα την ώρα την απελευθέρωση. Ονειρεύονται την Ελληνική σημαία να κυματίζει στα σπίτια τους, περιμένουν και αισιοδοξούν.

Η προέλαση του ελληνικού στρατού συνεχίζεται, αναγκάζοντας τους Τούρκους να εγκαταλείψουν τα υψώματα της Ελασσόνας (6 Οκτωβρίου) και να αμυνθούν στα στενά του Σαρανταπόρου.

Μετά από διήμερη μάχη στις 9 και 10 Οκτωβρίου και παρά τις πολλές απώλειες (182 νεκροί, περίπου 1.000 τραυματίες), ο ελληνικός στρατός κατάφερε να καταλάβει το Σαραντάπορο, αναγκάζοντας τους εχθρούς σε οπισθοχώρηση και άτακτη φυγή. Η πρώτη σημαντική ελληνική νίκη είχε επιτευχθεί και ήταν ορόσημο, γιατί άνοιγε το δρόμο για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Οι Τούρκοι άρχισαν να υποχωρούν και οι Έλληνες να προελαύνουν: Κατερίνη, Γρεβενά, Σιάτιστα, Κοζάνη.

Ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει με το στρατό του βόρεια προς το Μοναστήρι, το οποίο έπρεπε κατά την άποψή του να καταλάβει για λόγους στρατηγικής. Την ίδια ώρα, οι Βούλγαροι συνέχιζαν την προέλασή τους προς τη Θεσσαλονίκη δείχνοντας πόσο τους ενδιέφερε η κατάκτησή της. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, βλέποντας πως η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει την πιο σημαντική πόλη της Μακεδονίας, διέταξε τον Κωνσταντίνο να αλλάξει πορεία και να προλάβει τους Βούλγαρους. Ο ελληνικός στρατός έπρεπε να μπει πρώτος στη Θεσσαλονίκη. Έτσι κατευθύνεται ανατολικά.

ΑΝΕΜΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ


Την Τρίτη 16 Οκτωβρίου ο ελληνικός στρατός είχε φτάσει στα υψώματα της Καστανιάς και στρατοπέδευσε εκεί, περιμένοντας πως και πως τη διαταγή να μπει στην πόλη.
Όπως περιγράφει ο Στράτος Κτεναβέας (στο βιβλίο του «Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος, μακεδονική εκστρατεία, Αθήναι, α.ε.ε., σελ 70-83). Σ.Σ αναδημοσίευση από το περιοδικό «Νιάουστα»1986 τόμος Ε, τεύχη 35-36 από την ομιλία του Ιστορικού Γ.Χ. Χιονίδη στην Εληά με τη φροντίδα του Ροταριανού Ομίλου και τίτλο «Η απελευθέρωση της Βέροιας και της Νάουσας σύμφωνα με τις αφηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων» σελ 56-60 και 108-117 αντίστοιχα).

«Οι άνδρες της Μεραρχίας μας εις τους καταυλισμούς των επεδίδοντο εις την καθαριότητα και την περιποίησήν των. Τα μαγειρεία διετάχθηκαν να παρασκευάσουν φαγητόν, εξαιρετικόν πλέον, αγελάδα στιφάδο, το οποίον είναι το εκλεκτότερον φαγί του στρατού».

Σε άλλο σημείο περιγράφει την είσοδο του στρατού στην πόλη γράφοντας «Το απόγευμα της 16ης Οκτωβρίου η Μεραρχία ευρίσκεται κατηυλισμένη έξω της πόλεως Βέροιας. Το ένα μετά το άλλο τα συντάγματα, συγκεντρούμενα, καταυλίζονται εις ορισθέν δι΄ έκαστον σημείον Το 8ον, κατελθόν πρώτον εις την πόλιν, εισέρχεται εις αυτήν. Το τρίτον τάγμα του συντάγματος αυτού προηγείται, ο ενδέκατος δε λόχος του Χρυσομάλλη, αναλαμβάνει την φρούρησιν της πόλεως. Πρώτος, προηγούμενος, εισήλθε ο 9ος λόχος του Λυμπεροπούλου. Ριφθείς κατ΄ευθείαν από τα άνωθεν προ της πόλεως υψώματα, ευρέθη εντός αυτής, προς την Τουρκικήν συνοικίαν.

Εις την είσοδον της πόλεως, προ του ωρολογίου, το οποίον υψούται επό βάσεων αρχαίων τειχών, εις ύψος προφανώς υπέρ τα 20 μέτρα, έχουν συγκεντρωθεί Τούρκοι πρόκριτοι με τους χοντζάδες τους. Μας χαιρετούν, πλησιάζοντες τον λοχαγόν, εις τον οποίον προσπαθούν, δια των παρευρεθέντων χριστιανών, να εξηγήσουν ότι εδήλωσαν υποταγήν και είναι σύμφωνοι με τους χριστιανούς κατοίκους της πόλεως. Ένας τουρκομαθής στρατιώτης μας, συνεννοείται με τους Τούρκους, οι οποίοι, με εκδηλώσεις χαράς και ενθουσιασμού, μας υποδέχονται.

Μετ΄ολίγον δε, όταν εισήλθεν ο Μέραρχος με το Επιτελείον του, ωδήγησαν αυτόν οι πρόκριτοι εις το Διοικητήριον. Διερμηνεύοντος του Μητροπολίτου ηυχαρίστησεν ο Μέραρχος τους μπέηδες και τους εβεβαίωσεν ότι πλήρης ασφάλεια θα επικρατήση, παν δε παράπτωμα, και το ελάχιστον, να το καταγγέλουν και ας είναι βέβαιοι ότι η τιμωρία θα είναι αυστηρά.




Αι χανούμισσαι, κατά την συγκέντρωσιν εις την αρχήν της πόλεως των στρατιωτών μας, δειλά, με πάσαν προφύλαξιν, κυττούν από τα δικτυωτά παράθυρα τους απίστους, οι οποίοι με τον θόρυβόν τους τας απέσπασαν από τα θέλγητρα της ησυχίας των. Μόλις αντιλαμβάνονται τους απίστους να προσέχουν, αποσύρονται, αποκρύπτονται.

Ανησυχούν τα τουρκικά ουρί προφανώς περί της τύχης των. Αλλά ταχέως επείσθησαν περί της ασφαλείας των.
Οι στρατιώται είναι ανυπόμονοι να μάθουν αν θα βρουν φαγί. Μόνον νερό δεν εζητούσαν οι στρατιώται, διότι είχον πλέον χορτάσει εις τα πέριξ της πόλεως. Έτρεχαν πλούσια νερά από όλας τας διευθύνσεις. Τα άφθονα και γευστικά νερά αυτά επότιζον και εγονιμοποίουν το έδαφος της πόλεως, η οποία περιεκλείετο από πλουσίαν φυτείαν».

Στη συνέχεια περιγράφει την πείνα των στρατιωτών και την αγωνία, αν τα τρόφιμα και άλλα προϊόντα που είχαν ανάγκη και πωλούνταν στα μαγαζιά της Βέροιας, θα έφταναν για όλους, καθώς «είχαν δε και την ημέραν αυτήν, τοσαύτην πείναν, ώστε πολλοί έπεφταν στο δρόμο εξ αδυναμίας να βαδίσουν. Οι περισσότεροι επρόφθασαν και έκαναν γενναίας προμηθείας, εις τροφάς και ποτά. Ψωμί δε και άλλα τρόφιμα επρομήθευον και τα σπίτια τα χριστιανικά, αλλά και τα εβραϊκά και τα τουρκικά, μη δεχόμενα πληρωμήν».

Συνθέτοντας τις περιγραφές των τεσσάρων αυτοπτών μαρτύρων ( Θόδωρος Πάγκαλος, Στράτος Κτεναβέας, Σπύρος Μελάς και Κωνσταντίνος Λιναρδάτος), αναφέρει ο Γ.Χ. Χιονίδης στην ομιλία του « όταν λοιπόν μπήκε στην πόλη ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός, ο ανήσυχος και ζωντανός ίλαρχος Μάνος, που το ίδιο έκαμε και σε άλλες πόλεις, όλος ο λαός τον υποδέχτηκε, ενώ πολλοί Βεροιώτες είχαν βγει προς τις δυτικές εισόδους της πόλεως για να προϋπαντήσουν τους απελευθερωτές. Οι
Έλληνες, βέβαια, παραληρούσαν από χαρά, πετούσαν τα φέσια τους και έκλαιγαν, ψάλλοντας ή αναφωνώντας «Χριστός Ανέστη»!!, όμως δεν υστερούσαν, με δηλώσεις υποταγής, και οι Τούρκοι κάτοικοι της πόλεως, ιδιαίτερα οι προύχοντες (μπέηδες) και ο εβραϊκός πληθυσμός, άσχετα ποια ήσαν τα αληθινά συναισθήματά τους, που τα φώλιαζαν κρυφά στις καρδιές τους».

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΑΝΑΙΜΑΚΤΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ

Στο σημείο αυτό ας δούμε πως περιγράφει αυτολεξεί την κατάσταση ο Σπύρος Μελάς στο βιβλίο του «Οι πόλεμοι 1912-1913», (Αθήνα, 1958, σελ. 127-134), στο οποίο αναφέρεται εκτενώς στα συναισθήματα, αλλά και στις συμπεριφορές που υιοθετούν οι άνθρωποι μπροστά στο φόβο απώλειας της ζωής ή της περιουσίας των.

«Όσο προχωρούσαμε ύστερα πάνω στο μαίανδρο της κατηφοριάς για την πολιτεία, πρόβαλαν μια-μια οι λεπτομέρειές της, οι γελαστοί μπαξέδες των αρχοντικών σπιτιών, τα τζαμά της, το δάσος των μιναρέδων, που τους συναγωνιζότανε στο ύψος με το καμπαναριό της η Ελληνική μητρόπολη, με τ' άσπρα τόξα της γεμάτα γαλάζιο ουρανό, τ' άφθονα κρεμάμενα νερά, οι άπειροι μικροί καταρράκτες, που ο ευχάριστος σάλαγός τους ακουγότανε από μακριά, τα γεμάτα μυστήριο καφάσια, όταν μπαίναμε στην πολιτεία, τόσα και τόσα ζευγάρια τρυφερά μάτια, που κάτω από τη μυστική γοητεία τους οι άντρες πήραν το πιο αρειμάνιο ύφος, οι σαλπιγκτές ανακάλυψαν το πιο φαιδρό εμβατήριο, τ' άλογα το πιο περήφανο βήμα και τη φάλαγγα ολάκερη συνεπήρε το ηδονικό ανατρίχιασμα του θριάμβου.

Από τα μπαλκόνια οι Ελληνίδες δακρυσμένες, μας έραιναν με λουλούδια, με κοφέτα, με ρύζι, σα γαμπρούς, και οι άντρες μαζεμένοι εδώ κι εκεί, στα σταυροδρόμια, έσκιζαν τα φέσια τους και ζητωκραύγαζαν. Η κεφαλή της φάλαγγας με τον Αρχιστράτηγο Διάδοχο, τους πρίγκιπες και τους αξιωματικούς του επιτελείου, ξεσήκωνε φρενιασμένη θύελλα ενθουσιασμού. Φιλούσαν τις μπότες τους, τ? άλογά τους, ό,τι μπορούσαν να ζυγώσουν. Οι πρίγκιπες κι οι αξιωματικοί του επιτελείου για να δείξουν τη χαρά τους, αντί για λοφία είχανε βάλει στα πηλήκιά τους κάτι κίτρινα αγριολούλουδα, που είχανε κόψει στο πεδίο των επιχειρήσεων.

Αν εξαιρούσε κανείς αυτά όλα, η Βέροια είχε τη συνηθισμένη καθημερινή της όψη. Έμεινε σχεδόν ανέγγιχτη, γιατί δε μεσολάβησε πολύς χρόνος από τη στιγμή πούφυγε ο τούρκικος στρατός ώσπου μπήκε ο δικός μας. Όταν έφτανε ο Μάνος, κατά τις οχτώ, στην πλατεία του Διοικητηρίου, όπου τον πρόσμεναν συνταγμένοι σαν στρατιώτες, ο Μητροπολίτης, οι Έλληνες πρόκριτοι και οι Τούρκοι μπέηδες, ακουγόντανε ακόμα τα σφυρίγματα του τραίνου, πούφευγε με το τελευταίο τούρκικο τάγμα.

Οι πλούσιοι μπέηδες, από το άλλο μέρος, ήτανε τύποι μάλλον διεθνείς, όπως όλοι όσοι αισθάνονται βαριά την τσέπη τους. Το συμφέρον αυτό, μονάχα, κανόνιζε κάθε φορά τα δημόσια φρονήματα και τα πολιτικά αισθήματά τους.

Οι μπέηδες, λοιπόν, με τη λεπτή εκείνη όσφρηση που έχουν σ' αυτές τις περιστάσεις οι όμοιοί τους, είχανε νιώσει από μέρες τη θέση των πραγμάτων και, καθώς είχανε διδαχτεί πολλά από όσα είχανε φυγε ο τούρκικος στρατός, είχανε πετύχει να καταπραΰνουν τον ερεθισμό και να προλάβουν αντεκδίκηση εναντίον των χριστιανών που το άφευκτο αποτέλεσμά τους θα ήτανε μια εξέγερση αντίρροπη των χριστιανών, μόλις ο ελληνικός στρατός θα παρουσιαζότανε μπροστά στην πόλη. Και τα έξοδα θα τα πλήρωναν αυτοί.

Την πολιτική τους, οι μπέηδες της Βέροιας, συμπλήρωσαν με άμεση συνεννόηση με τους Έλληνες πρόκριτους, που τους εξομολογήθηκαν ότι, αν εξασφαλιζότανε η περιουσία τους, αδιαφορούσαν τέλεια αν οι οφειλέτες τους θα πιάνονταν στο εξής από τους χωροφύλακες του Σουλτάνου Μωάμεθ του Ε? ή του Βασιλιά Γεωργίου του Α'. Και τους παρακάλεσαν να εξαντλήσουν αυτοί την επιρροή τους στον ελληνικό πληθυσμό. Κι έτσι λείψανε όλα τα δυσάρεστα μιας ξαφνικής αλλαξοκυριαρχίας, οι φόνοι, οι εμπρησμοί κι οι διαρπαγές.

Ο Τούρκικος όχλος, άλλωστε, άμα δεν του υποδαυλίσεις τον θρησκευτικό του φανατισμό, άμα δεν τον ερεθίσεις, είναι πρόθυμος να δέχεται και τα πια φοβερά περιστατικά με φιλοσοφική απάθεια. Γιατί νιώθει το Θεό πατέρα του κακού, όπως ακριβώς και του αγαθού. Από το άλλο μέρος, όσο του αρέσει να επιβάλλει τη δύναμή του και τη θέλησή του, άλλο τόσο ξέρει να σέβεται και να υπομένει καρτερικά τη δύναμη του άλλου.

Ο Τούρκος, νικημένος, είναι ο πιο πειθήνιος άνθρωπος. Η ηθική, παθητική και σιωπηλή αντίδραση εναντίον της βίας του νικητή, που θέλει συνείδηση κάπως αναπτυγμένη, του είναι άγνωστη. Οι μόνοι άνθρωποι, που η πολιτική των μπέηδων δεν κατάφερε να κερδίσει καθόλου, ήταν οι νοικοκυραίοι, που αποτελούσαν τη μεσαία τάξη, αυτή που σ' όλες τις χώρες είναι ? και θα είναι επί πολλούς αιώνες, για πάντα ίσως ? ανεξάντλητη εστία εθνικού αισθήματος.

Ενώ οι ακτήμονες του όχλου, μαζεμένοι στα πεζοδρόμια ή στα σταυροδρόμια, μας βλέπανε να παρελαύνουμε με την απλή περιέργεια θεατών ταινίας κινηματογράφου. Οι μικρονοικοκυραίοι, αφού φρόντισαν να κλείσουν τα μαγαζιά τους για καλό και για κακό, μας ρίχνανε, πίσω από τα θολά τζάμια των μικρών καφενείων, ματιές γεμάτες από δύσκολα συγκρατούμενο μίσος».

«Πήραμε τον δρόμο για τον τούρκικο στρατώνα, κτίριο απλόχωρο σε σχήμα κεφαλαίου Πι, πάνω σε ύψωμα που επιτηρούσε όλη την πολιτεία. Βρήκαμε υλικό στρατωνισμού, κουβέρτες, όπλα, χάρτες επιτελικούς, σχέδια έργων αμυντικών της Κωνσταντινούπολης, ένα σωρό πράγματα που οι Τούρκοι, πάνω στο σάστισμα της φυγής, είχαν ανακατέψει με τον πιο περίεργο τρόπο. Το επιτελείο έπιασε τη μια πτέρυγα, το προσωπικό των γραφιάδων, ιπποκόμων και υπηρετών την άλλη. Και τα συντάγματα καταυλιστήκανε σ? ένα μεγάλο χώρο πίσω από τους στρατώνες, που ίσκιωναν μεγάλα δέντρα και όπου τρέχανε δροσάτες, πλήθος νεροσυρμές».

«Στο μεταξύ, πολλοί από τους αξιωματικούς και τους υπαξιωματικούς, ηγεμονικά φιλοξενούμενοι από τους Έλληνες της Βέροιας, είχανε παραδοθεί στην απόλαυση σπιτίσιων καλομαγειρεμένων φαγιών που είχανε τόσο επιθυμήσει, ενώ οι οικοδεσπότες, οι γυναίκες και τα κορίτσια τους, με φούστες «αντραβέ», που συναγωνίζονταν σε κομψότητα τις παριζιάνικες, και πρόσωπα που άστραφταν από χαρά, σερβίριζαν όρθιοι ? κατά το παλιό μακεδονικό έθιμο ? τους απρόοπτους κι αγαπημένους ξένους».





ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ
Το κλείσιμο των μαγαζιών και το φόβο της άγνωστης εξέλιξης, περιγράφει, εκ των έσω αυτή τη φορά, ο πρώην Δήμαρχος Βέροιας Αναστάσιος Καρατζόγλου και συγκαταλέγεται στο προσωπικό του αρχείο, το οποίο δώρισε και βρίσκεται τώρα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους ( δημοσίευμα στην Βέροια 1992 τεύχος 1000 σελ.2, από τον γνωστό δικηγόρο και άνθρωπο με συγγραφικές ανησυχίες Γιώργο Λιόλιο, που το αντέγραψε και το έδωσε στην εφημερίδα μας).

« Ήταν ημέρα Τρίτη 16 Οκτωβρίου 1912. Καθ΄όλας τα δυο προηγουμένας ημέρας, ακούγαμε τα κανόνια της μάχης στα υψώματα της Καστανιάς και της περιοχής του βρωμοπήγαδου. Ο κόσμος όλος (Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, Βλάχοι, Αραπάδες), ήταν μουδιασμένος. Όλοι είμασταν κλεισμένοι στα σπίτια μας. Η αγορά κλειστή. Πολύ ταραγμένη η ατμόσφαιρα, ιδία την Δευτέραν 15 Οκτωβρίου, στην πόλη μας. Από πολύ καιρό το κόμμα των Νεοτούρκων με διάφορα μέσα και τεχνάσματα μεγάλωνε το μίσος των Τούρκων (των εχόντων τάσεις δι΄ εγκλήματα και πλιατσικολογήματα) κατά των χριστιανών και προπαρασκεύαζε με άτακτα στοιχεία μια γενική σφαγή των γκιαούρηδων. Γι΄αυτό επεκράτει τώρα στην πόλη μας ο τρόμος και η αγωνία. Εκορυφώθη δε η τρομάρα αυτή όταν διεδόθη ότι όλοι οι Τούρκοι πρόκριτοι φεύγουν με τις οικογένειές τους προς τον Σιδηροδρομικόν Σταθμόν με στόχο την Θεσσαλονίκην δια περισσοτέραν ασφάλειαν».

Και συνεχίζει περιγράφοντας την πρωτοβουλία του Δημάρχου, του Μητροπολίτου και Ελλήνων προκρίτων, να μεταβούν στο Σταθμό και να πείσουν τους Τούρκους να επιστρέψουν στην πόλη. Μάλιστα για να τους κάνουν να νιώσουν περισσότεροι ασφάλεια τους φιλοξένησαν το κρίσιμο βράδυ στα σπίτια τους.

« Ημείς στο σπίτι μας εφιλοξενήσαμε την οικογένεια του Μαμούτ Εφέντη Χατζηπάσιου, τότε ιδιοκτήτου τσιφλικιού Ασωμάτων, που κάθονταν στη σημερινή οδό Κανάρη, παρακάτω αριστερά από το Κονάκι, κατοικία του Δημάρχου Βέροιας ».

Δημιούργησαν ακόμα και μια μεικτή πολιτοφυλακή για να ελέγχει τους δρόμους της Βέροιας.
Ξημέρωσε η Τρίτη και ο Καρατζόγλου πιτσιρικάς τότε 12-13 χρονών μαζί με φίλους του ανέβηκαν στο παλιό καμπαναριό της εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου και παρακολουθούσαν τα στρατεύματα που βρίσκονταν γύρω από τους στρατώνες, όταν είδαν να έρχονται ιππείς να κατεβαίνουν από την περιοχή του Προμηθέα, για να αξιολογήσουν την επικρατούσα κατάσταση, πριν μπει ο Ελληνικός Στρατός στην πόλη.

Σε λίγο οι αρχές της πόλης ύψωσαν τη λευκή σημαία στον πύργο του ρολογιού και εν συνεχεία παρέδωσαν την πόλη στον λοχαγό του ιππικού Μάνον που μπήκε πρώτος. ( τη λευκή σημαία γράφει πως τη βρήκε το 1951, όταν ήταν Δήμαρχος, μέσα στα ιστορικά κειμήλια του Μητροπολίτου Εδέσσης Κύρου Διονύσου και την παρέδωσε στο Δήμο Βέροιας). Δεν διαφέρει περιγραφή του Βεροιώτη Καρατζόγλου με των υπολοίπων για τους πανηγυρισμούς και την υποδοχή που έγινε στους ελευθερωτές. Αναφέρει όμως με λεπτομέρειες τι έγινε κατά την παράδοση της πόλης.

« Το σπίτι μας που ήταν επί της γωνίας Κεντρικής- Περικλέους και Αντ. Καμάρα και που κατεδαφίστηκε για την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως, εχρησιμοποιείτο το 1912 για Δημαρχείο Βερροίας. Από τον ξύλινο εξώστη του Δημαρχείου τούτου, επί της οδού Κεντρικής, ομίλησαν -επί τη απελευθερώσει- προς τα εορτάζοντα και πανηγυρίζοντα πλήθη, ο ιατρός Νίκος Αντωνιάδης και ο Δήμαρχος Χαλίλ Αλή Βέης με σπασμένα ελληνικά».

Την επόμενη δε ημέρα μετά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία ο διάδοχος Κωνσταντίνος φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Ιωάννη Σακελλαρίδη στην περιοχή του Αγ. Ιωάννου. Μετά από δυο ημέρες, σύμφωνα με όσα γράφει ο Καρατζόγλου, έφτασε στη Βέροια και ο Βασιλιάς Γεώργιος και εγκαταστάθηκε στο νεόδμητο σπίτι του Αναστασίου Καμπίτογλου, εμπόρου αποικιακών, εκεί που κατασκευάστηκε και λειτούργησε αργότερα το Ξενοδοχείο «Βασίλισσα Βεργίνα», και παρέμεινε εκεί μέχρι την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.

Συμπερασματικά οι διηγήσεις των αυτοπτών μαρτύρων συγκλίνουν σε πολλά σημεία ως προς την περιγραφή των συμβάντων την ημέρα της απελευθέρωσης, ενώ συμπληρώνει η μία την άλλη προσθέτοντας λεπτομέρειες ή μικρά στιγμιότυπα.

Διαφορετική άποψη έχουν μόνο ως προς τη στάση που ετοίμαζαν οι στρατιώτες λόγω της μεγάλης πείνας και την οποία κατάφερε ο διάδοχος Κωνσταντίνος να αποσοβήσει, καθώς άλλοι αρνούνται ότι υπήρξε, ενώ άλλοι επιμένουν στο συμβάν, καταγράφοντας λεπτομέρειες όπως, ότι ο Κωνσταντίνος μόλις έμαθε την απόφαση των στρατιωτών (όπως αναφέρει ο Βιλτ. Δουσμάνης στο βιβλίο του Απομνημονεύματα. Ιστορικαί σελίδες, τας οποίας έζησα»), τους εξήγησε ότι δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα καταλήγοντας να πει «Να εκεί πέρα είναι η Θεσσαλονίκη, πηγαίνετε κει να εύρετε ψωμί»!

Παραμένει όμως αδιαμφισβήτητο το γεγονός της πείνας, της έλλειψης καπνού και ειδών καθαριότητας στο στράτευμα. Γι αυτό και κατέκλυσαν τα καταστήματα της πόλης μόλις εισήλθαν σ΄ αυτήν, προσπαθώντας να προλάβουν να κάνουν τις προμήθειές τους πριν τελειώσουν. Ατέλειωτες ουρές σχηματίστηκαν μπροστά στα μαγαζιά που παρέμειναν ανοιχτά μέχρι να ξεπουλήσουν , ενώ παρά τις προειδοποιήσεις για αποφυγή πλιάτσικου, όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα κρούσματα οι τιμωρία ήταν παραδειγματική και απέτρεψε οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια αυτού του είδους.

Την επόμενη ημέρα αφού έγινε πανηγυρική Θεία Λειτουργία στο Μητροπολιτικό Ναό, με την παρουσία του Διαδόχου, όλων των τοπικών αρχών , ακόμα και μουσουλμάνων αξιωματικών και πολιτών, ο ελληνικός στρατός αναχώρησε από την πόλη κατευθυνόμενος προς τη Νάουσα και τα Γιαννιτσά.

Ύστερα λοιπόν από την απελευθέρωση της πόλης, η ζωή μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών φυλών και θρησκευμάτων συνεχίστηκε κανονικά και συμβίωναν ειρηνικά μέχρι το 1922, όταν ακολούθησε η ανταλλαγή των πληθυσμών.

Μεταξύ δε 1914-18 στην πόλη δημιουργήθηκε στρατιωτικός καταυλισμός με την παρουσία Γάλλων κυρίως και Άγγλων στρατιωτών και ταυτόχρονα στήθηκε νοσοκομείο από τον Ερυθρό Σταυρό, προκειμένου να νοσηλεύονται οι τραυματίες πολέμου, δεδομένου ότι οι βαλκανικοί πόλεμοι συνεχίστηκαν, αλλά και ασθενείς, καθώς φυματίωση και ελονοσία θέριζαν.

Εφημερίδα Βέροια - Συντάκτης Νικολέτα Φλιάταρη

Δώστε την υποστήριξη σας στην έρευνα κάνοντας LIKE.

Twitter Facebook google plus YouTube rss email

 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...