Η κατάκτηση της Ιερουσαλήμ από τους Σταυροφόρους (1099) - 'Α ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ

Η κήρυξη της Α΄ Σταυροφορίας από τον Πάπα Ουρβανό Β΄ με σκοπό την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων, παρουσιάστηκε και προβλήθηκε ως «Θέλημα του Θεού» (λατ. Deus vult). Οι συμμετέχοντες σε αυτή εξασφάλιζαν την αναστολή των χρεών τους, την προστασία των περιουσιών τους, ακόμη και την άφεση των αμαρτιών τους – και όλα αυτά είχαν ως συνέπεια την άμεση ανταπόκριση των λαϊκών στρωμάτων. Κάποιοι συμμετείχαν από θρησκευτικό ζήλο και αγάπη προς τον Θεό, άλλοι για να διαγράψουν τα χρέη τους, άλλοι για την περιπέτεια και άλλοι για τον πλουτισμό και την πιθανή λαφυραγώγηση.
Τον Μάιο του 1097 οι στρατιές των Σταυροφόρων συγκεντρώνονται στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί, με τη βοήθεια του Βυζαντινού αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού, περνούν στις απέναντι ακτές της Μικράς Ασίας. Τρεις μήνες αργότερα καταφθάνουν στις ακτές της Συρίας και επί εννέα μήνες πολιορκούν τη λαμπρή Αντιόχεια. Στις 3 Ιουνίου του 1098 η πόλη πέφτει στα χέρια των Σταυροφόρων και ακολουθεί ανελέητη σφαγή των μουσουλμάνων κατοίκων της.


Η σφαγή της Αντιόχειας σε γκραβούρα του Paul Jonnard,
βάσει εικονογράφησης του Gustave Dore (Παρίσι, 1877).
Επόμενος προορισμός και αυτοσκοπός της εκστρατείας είναι η κατάκτηση της Ιερουσαλήμ. Στις 7 Ιουνίου του 1099, 12.000 πεζοί και 1.500 έφιπποι φτάνουν έξω από τα τείχη της ιερής πόλης. Μετά από 40 ημέρες πολιορκίας, οι Σταυροφόροι κατακτούν την πόλη στις 15 Ιουλίου του 1099, και επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό: άγρια σφαγή των μουσουλμάνων κατοίκων, καθώς και των λιγοστών Εβραίων που κάηκαν ζωντανοί μέσα στη Συναγωγή τους. Σε μια ατμόσφαιρα φρενίτιδας και παραφροσύνης, αυτοί που υποτίθεται ότι υπηρετούσαν τον Θεό της Αγάπης σφαγίασαν ακόμη και τα μικρά παιδιά.


Η Πύλη της Δαμασκού στην Ιερουσαλήμ. Το μέρος του τείχους, αριστερά της πύλης, είναι το μοναδικό ευάλωτο σημείο σε ολόκληρη την οχύρωση της πόλης λόγω της κατηφορικής κλίσης του εδάφους. Από αυτό το σημείο εισήλθαν στην πόλη οι Σταυροφόροι.
Η φοβερή σφαγή περιγράφεται από διάφορους χρονογράφους που ήταν αυτόπτες μάρτυρες. Ένας απ’ αυτούς, ο Φουλχέριος, αναφέρει τα εξής:
«Περίπου δέκα χιλιάδες καρατομήθηκαν στον Ναό. Αν ήσασταν εκεί, τα πόδια σας θα βάφονταν μέχρι τους αστραγάλους από το αίμα της σφαγής. Κανείς τους δεν απέμεινε ζωντανός. Δεν χαρίστηκαν ούτε στις γυναίκες και στα παιδιά».1

Ανάλογη είναι και η περιγραφή του Γουλιέλμου της Τύρου:
«Δεν ήταν μόνο το θέαμα των αποκεφαλισμένων σωμάτων και των ακρωτηριασμένων μελών που ήταν σκορπισμένα παντού, τα οποία προκαλούσαν φρίκη σε όλους όσους τα αντίκριζαν. Ακόμη πιο φοβερό ήταν να κοιτάζεις τους ίδιους τους νικητές να στάζουν αίμα από το κεφάλι μέχρι τα πόδια, ένα απειλητικό θέαμα που προκαλούσε τρόμο σε όλους εκείνους που τους συναντούσαν».2

_
Αριστερά, η εισβολή των Σταυροφόρων στην Ιερουσαλήμ. Σε πρώτο πλάνο εικονίζεται ο νέος βασιλιάς της πόλης, Γοδεφρείδος της Βουλόνης. Δεξιά, η είσοδος των Σταυροφόρων στον Ναό της Αναστάσεως εν μέσω των σφαγιασμένων μουσουλμάνων. Γκραβούρες των Albert Doms και Paul Jonnard αντίστοιχα, σε εικονογράφηση του Gustave Dore (Παρίσι, 1877).
Τα ίδια γεγονότα περιγράφει και ο χρονογράφος και ιερέας Ραϊμόνδος ντ’ Αγκιλέ (Raymont d’ Agiles), ο οποίος σοκάρει με την ωμότητα της περιγραφής του:
«Η ποσότητα του αίματος που χύθηκε εκείνη την ημέρα είναι απίστευτη… Κάποιοι από τους άντρες μας (και αυτό ήταν πιο φιλεύσπλαχνο) έκοψαν τα κεφάλια των εχθρών τους… Άλλοι τους βασάνισαν περισσότερο, ρίχνοντάς τους στις φλόγες… Σωροί από κεφάλια, χέρια και πόδια φαίνονταν στους δρόμους της πόλης. Όμως, όλα αυτά ήταν ασήμαντα σε σύγκριση με όσα συνέβησαν στον Ναό του Σολομώντος. Τι συνέβη εκεί; Αν πω την αλήθεια, θα υπερβεί τα όρια της πίστης σας. Γι’ αυτό αρκεί να αναφέρω τουλάχιστον αυτό, ότι στον Ναό του Σολομώντος και στην αυλή του οι άντρες προχωρούσαν έφιπποι με το αίμα να φτάνει μέχρι τα γόνατά τους και τα χαλινάρια. Πραγματικά, ήταν μια δίκαιη και υπέροχη κρίση του Θεού που αυτό το μέρος είχε γεμίσει από το αίμα των απίστων… Η πόλη είχε γεμίσει από πτώματα και αίμα».3

Ο τρόπος που αντιμετωπίζει την ανελέητη σφαγή ο Γάλλος ιερέας μοιάζει απάνθρωπος. Θεωρεί πως το ξεκοίλιασμα ανήμπορων ανθρώπων και μικρών παιδιών –που το μόνο τους φταίξιμο ήταν ότι κατοικούσαν σε αυτή την πόλη– ήταν η υπέροχη και δίκαιη κρίση του Θεού. Φαντάζει αδιανόητο ότι μία τέτοια θέση εκφράζεται από έναν ιερέα.
Αυτή και μόνο η άποψη αντανακλά την αρρωστημένη ιδεολογία που επικρατούσε στις τάξεις των Σταυροφόρων. Αντανακλά, επίσης, την κυρίαρχη ιδεολογία της Παπικής Εκκλησίας εκείνη την περίοδο, σύμφωνα με την οποία η ψυχή ενός μουσουλμάνου ή ενός άλλου απίστου ήταν ήδη καταδικασμένη ή απολεσθείσα – κατά συνέπεια, η ζωή του έτσι κι αλλιώς δεν είχε ιδιαίτερη αξία.
Αυτή η ιδεολογία και αυτές οι σφαγές ώθησαν τον Βρετανό ιστορικό Sir Steven Runciman να χαρακτηρίσει τις Σταυροφορίες ως ύβρη απέναντι στο Πνεύμα το Άγιο.4
Δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στα απεχθή εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά την πτώση της Ιερουσαλήμ και στις ωμότητες της Α΄ Σταυροφορίας, διότι, όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, αυτές οι αποτρόπαιες πράξεις, που συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια, είχαν άμεσο αντίκτυπο στο θαύμα του Αγίου Φωτός.


Η σφαγή των μουσουλμάνων στο τζαμί της Καισαρείας, στις 17 Μαΐου του 1101, σε γκραβούρα του Paul Jonnard , βάσει σχεδίου του Gustave Dore (Παρίσι, 1877). Όταν οι Σταυροφόροι κατέλαβαν το λιμάνι της Καισαρείας, είχαν την άδεια του βασιλιά Βαλδουίνου Α΄ να συμπεριφερθούν όπως επιθυμούσαν. Χιλιάδες Παλαιστίνιοι κάτοικοι της πόλης κατέφυγαν μέσα στο μεγάλο τζαμί, όπου και σφαγιάστηκαν ανελέητα.

Μετά την πτώση της Ιερουσαλήμ, τον Ιούλιο του 1099, ηγεμόνας της πόλης ανακηρύχθηκε ο Γοδεφρείδος Δ΄ της Βουλόνης, ο οποίος αρνήθηκε να στεφθεί βασιλιάς στην πόλη όπου ο Ιησούς Χριστός είχε στεφθεί με το ακάνθινο στεφάνι. Αρκέστηκε στον σεμνό τίτλο του «Υπερασπιστή του Παναγίου Τάφου».
Ο Έλληνας πατριάρχης Συμεών, που είχε εξοριστεί από τους μουσουλμάνους στην Κύπρο, επιστρέφει στην έδρα του, όμως, οι Λατίνοι τού απαγορεύουν να τελέσει λειτουργία στον Ναό της Αναστάσεως και τον αναγκάζουν να εγκαταλείψει και πάλι την πόλη.
Την 1η Αυγούστου του 1099, ο Αρνούλφος του Σοκ (Arnulf of Chocques) είναι ο πρώτος Λατίνος που εκλέγεται πατριάρχης της Ιερουσαλήμ. Ο Ραϊμόνδος ντ’ Αγκιλέ αναφέρει πως η χειροτονία του ήταν αντικανονική, διότι έγινε πατριάρχης χωρίς να είναι καν διάκος, ενώ επιπλέον κατηγορείτο για τον άσωτο βίο του, με αποτέλεσμα να ακούγονται γι’ αυτόν πρόστυχα τραγούδια.4
Τον Δεκέμβριο του 1100 ο Αρνούλφος αντικαθίσταται από τον Δαϊμβέρτο, τον αρχιεπίσκοπο της Πίζας, ο οποίος είχε αφιχθεί στους Αγίους Τόπους το καλοκαίρι του 1099, επικεφαλής ενός στόλου 120 πλοίων. Ο βασιλιάς Γοδεφρείδος είχε απόλυτη ανάγκη τον έλεγχο αυτού του στόλου, γεγονός που κατέστησε τον Δαϊμβέρτο πανίσχυρο.
Το Μεγάλο Σάββατο του 1100, ο Δαϊμβέρτος είναι ο πρώτος Λατίνος πατριάρχης της Ιερουσαλήμ που τίθεται επικεφαλής της τελετής του Αγίου Φωτός.
Αν και η τελετή γίνεται με τον προβλεπόμενο τρόπο, για πρώτη φορά το Άγιο Φως δεν εμφανίζεται. Η τελετή παρατείνεται αρκετές ακόμη ώρες και επαναλαμβάνονται οι επικλήσεις, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Οι Λατίνοι ιερείς αντιλαμβάνονται πως οι ενέργειές τους δεν επιδοκιμάζονται από τον Θεό και διατάζουν τους Σταυροφόρους να εξομολογηθούν τα αμαρτήματά τους – και πρωτίστως τις σφαγές που διέπραξαν κατά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ.
Μετά από αυτή τη μακρά διαδικασία, όπως μας πληροφορεί ο Γάλλος ιστορικός Γκιμπέρ, και ενώ έχει πέσει σχεδόν η νύχτα, το Άγιο Φως εμφανίζεται.
Το επόμενο Μεγάλο Σάββατο, όμως, στις 20 Απριλίου του 1101, για πρώτη φορά στην ιστορία της πόλης, το Άγιο Φως δεν εμφανίζεται καθόλου.
Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά οι Λατίνοι συνειδητοποιούν ότι δεν έχουν την επιδοκιμασία του Θεού και οι κάτοικοι της πόλης θορυβούνται.
Το επόμενο πρωί, Κυριακή του Πάσχα, οι επικλήσεις τους συνεχίζονται, όμως, το Άγιο Φως εξακολουθεί να μην εμφανίζεται.
Οι Λατίνοι αποφασίζουν να αποχωρήσουν από τον ναό και οι Έλληνες ιερείς, μαζί με τους Σύριους ορθοδόξους, επωφελούνται της ευκαιρίας και ξαναρχίζουν την τελετή μόνοι τους. Και τότε, κάτι αναπάντεχο συμβαίνει!
Ας αφήσουμε όμως τους ίδιους τους χρονογράφους να περιγράψουν τα απρόβλεπτα γεγονότα.
Είναι εξαιρετικά σπάνιο ένα γεγονός, που λαμβάνει χώρα σε μία θρησκευτική τελετή πριν από εννέα αιώνες, να καταγράφεται από οκτώ χρονογράφους.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι τρεις Γάλλοι χρονογράφοι Φουλχέριος, Μπάρτολφ και Γκιμπέρ, o Γερμανός Έκεχαρντ, ο Άγγλος Γουλιέλμος, o Ιταλός Καφάρο, ο Αρμένιος Ματθαίος και ένας ανώνυμος Γάλλος (ο συγγραφέας του Κώδικα L).
Ας ταξιδέψουμε, λοιπόν, πίσω στον χρόνο με σκοπό να γνωρίσουμε τα γεγονότα μέσα από τις διηγήσεις των οκτώ αυτών ανδρών.

Παραπομπές :
1. «Nearly ten thousand were beheaded in this Temple. If you had been there your feet would have been stained to the ankles in the blood of the slain. None of them were left alive. They did not spare the women and children» (Fulcher of Chartres, A History of the Expedition to Jerusalem 1095-1127, επιμ. H. Fink, τ. 1, xxvii, Knoxville 1969, σ. 121-122).
2. «It was not alone the spectacle of the headless bodies and mutilated limbs strewn in all directions that roused horror in all who looked upon them. Still more dreadful it was to gaze upon the victors themselves, dripping with blood from head to foot, an ominous sight which brought terror to all who met them» (Willian of Tyre, A History of Deeds Done Beyond the Sea, μετάφρ. E.A. Babcock και A.C. Krey, Νέα Υόρκη 1943).
3. «The amount of blood that they shed on that day is incredible ... Some of our men (and this was more merciful) cut off the heads of their enemies… others tortured them longer by casting them into the flames… Piles of heads, hands, and feet were to be seen in the streets of the city. But these were small matters compared to what happened at the Temple of Solomon. What happened there? If I tell the truth, it will exceed your powers of belief. So let it suffice to say this much, at least, that in the Temple and porch of Solomon, men rode in blood up to their knees and bridle reins. Indeed, it was a just and splendid judgment of God that this place should be filled with the blood of the unbelievers ... The city was filled with corpses and blood» (Raymond de Agiles, Historia Francorum qui ceperunt Iherusalem [Ιστορία των Φράγκων που κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ], αγγλική μετάφρ. A.C. Krey, The First Crusade: The Accounts of Eyewitnesses and Participants, Πρίνστον 1921, σ. 260-261).
4. «High ideas were besmirched by cruelty and greed, enterprise and endurance by a blind and narrow self righteousness; and the Holy War itself was nothing more than a long act of intolerance in the name of God, which is a sin against the Holy Ghost» (S. Runciman, The History of the Crusades, τ. 3, σ. 480).
5. «At this time, Arnulf, chaplain of the Count of Normandy, was chosen Patriarch by some, the good (clergy) opposing it not only because he was not a sub deacon, but especially because he was of priestly birth and was accused of incontinence on our expedition, so much so that they shamelessly composed vulgar songs about him», δηλαδή : «Αυτόν τον καιρό, ο Αρνούλφος, στρατιωτικός ιερέας της κομητείας της Νορμανδίας , εξελέγη από κάποιους πατριάρχης, όμως οι καλοί (κληρικοί) αντιτάχθηκαν σε αυτό όχι μόνο διότι δεν ήταν καν διάκος, αλλά κυρίως επειδή ήταν γιος ιερέα και κατηγορείτο για σεξουαλική ακράτεια κατά την εκστρατεία μας, σε τέτοιο βαθμό που χωρίς ντροπή συνέθεταν πρόστυχα τραγούδια γι’ αυτόν» (Raymond de Agilesό.π., σ. 264).

Δώστε την υποστήριξη σας στην έρευνα κάνοντας LIKE.

Share:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου